Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Μαρτίου 2010

Ωκεανοί

"Τι ωραία", είπε στον εαυτό της. Η μουσική γέμιζε το κατά τ΄άλλα άδειο δωμάτιο. Ξάπλωσε στο παρκέ. Έκλεισε τα μάτια της. Ένοιωσε με τα δάχτυλα το πάτωμα γύρω της. Ξηρή σκόνη. Μηδαμινές εγκοπές ανάμεσα στα ξύλα. Μελωδία μιας κιθάρας. Καθαροί τόνοι, μαθηματικοί ρυθμοί. Έκλεισε τα μάτια. Προσπαθούσε να μετατρέψει όλο της το σώμα σε ένα αυτί. Άκουγε με το δέρμα. Η μουσική θάλασσα που την τραβούσε και την άφηνε όπως της άρεσε με τα κύματά της στην ακροθαλασσιά. Να άφηνε τον εαυτό της να ακολουθήσει; Να γινόταν μήνυμα σε φιάλη; Να ξεκινούσε για το μεγάλο ταξίδι; Σ' ένα ταξίδι χωρίς τον έλεγχο της πορίας ή του που θα έφτανε στο τέλος του; Γιατί αναρωτιώταν άραγε; Μήπως δικιά της ήταν η απόφαση; Όχι, δεν ήταν του χεριού της. Ήδη το ταξίδι είχε αρχίσει. Τα κύματα, η θάλασσα, η μουσική την είχαν πάρει. Το παρκέ μέλι, που ολοένα έλλειωνε. Το σώμα της απαλά αιωρούμενο απελευθερωμένο από τις συνήθεις έννοιες έρμαιο του αφρού των κυμάτων, έπλεε με εμπιστοσύνη πέρα δώθε. Ρυθμικά και χαλαρά χωρίς ενδιασμούς. Σε λίγο θα ταξίδευε σε ξένα βαθιά νερά, δυνατά ρεύματα θα την τραβούσαν σε άγνωστες πορίες, καινούργιες παραλίες, άλλες διαδρομές. Μια μικρή φιάλη αφημένη στον απέραντο ωκεανό μουσικής και έκφρασης.

14 Μαρτίου 2010

Οπότε


-Είστε άρρωστος;
-Ναι

-Πόσο βαριά είναι η αρρώστια σας;
-Πολύ βαριά, δεν νομίζω να υπάρχει γιατριά

-Πόσο ταλαιπωρείστε ήδη;
-Πολύ καιρό. Έχω ξεχάσει πως ήταν, πως ήμουν, πριν αρρωστήσω.

-Πως σκοπεύετε να το αντιμετωπίσετε;

-Δε ξέρω. Μέχρι τώρα δοκίμασα υπομονή, άρνηση, δράση και αντίδραση, αλλά η αρρώστια είναι δυνατή. Πιο δυνατή από μένα. Πιο δυνατή από τις προσπάθειές μου.

-Οπότε;
-Τίποτε 'οπότε'. 'Οπότε' τίποτε.

-Ποια αρρώστια έχετε;

-Αυτό που με βασανίζει λέγεται …

Άκουσε το όνομα του θεριού, πραγματικά ο ασθενής δεν υπέρβαλε, φάρμακο ή θεραπεία δεν υπήρχε. Είναι να μη σου συμβεί σκέφτηκε. "Καλή δύναμη και περαστικά" είπε στα δυνατά
"Μακάρι" άκουσε. Όχι προς απάντηση, απλά ως προσευχή.

...

-Τι σκέφτεσαι; της ξέφυγε. Δάγκωσε την γλώσσα και έβρισε τον εαυτό της που αφέθηκε στο αυθόρμητο της στιγμής. Γνώριζε καλά την αντίδραση που επέφεραν αυτές οι δυο λέξεις όχι μόνον σε εκείνον αλλά σε όλο τον ανδρικό πληθυσμό. Η στάση του την επιβεβαίωσε. Η αμηχανία του, ο οικίος τρόπος με τον οποίο προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο την έκανε να θυμώσει. Δεν ήξερε με ποιον τα είχε βάλει περισσότερο. Με τον εαυτό της ή με εκείνον. Πότε θα μάθαινε ότι εάν υπάρχουν δυο τρεις κανόνες καλής συμπεριφοράς είναι αυτός ένας από τους σημαντικότερους; Να μη βάζεις τον άλλο δηλαδή στην δύσκολη θέση όπου να βρίσκεται αντιμέτωπος με το εαν θα πρέπει να πει την αλήθεια, ή κάτι που θα ευχαριστήσει. Και γιατί μωρέ να είναι δύσκολο να σου πει τι σκέφτεται, αγανακτούσε μια άλλη φωνή μέσα της. Γιατί να μην είναι απλό και ευχάριστο αυτό που έχει στο μυαλό του; Γιατί να νοιώθει εκείνος πως πρέπει να το κρατά κρυφό; Γιατί να νοιώθει εκείνη σαν κλέφτης που κλέβει τις σκέψεις του; Γιατί δεν είναι αυτονόητο πως μια τέτοια ερώτηση συνδέει παρά να χωρίζει δυο ανθρώπους; Να άλλαζε θέμα, ή να του έλεγε πως δεν ήταν απαραίτητο να απαντήσει; Να του διευκόλυνε την υπεκφυγή; Να τον βοηθούσε; Τι μεγαλόπρεπη κίνηση κοροίδεψε τον εαυτό της. Πρώτα τον έριχνε στα βαθιά και στους καρχαρίες, για να του κολλήσει μετά ένα τραυμαπλάστ στο κούτελο. Τι μεγαλόκαρδη και ευαίσθητη κίνηση. Να ζητούσε συγνώμη; Θεός φιλάξει. Για τρελή θα την περνούσε. Τι του είχε κάνει για να ζητούσε και συγνώμη; Και όμως. Ήταν φανερό. Η ερώτηση είχε αλλιώσει την χαλαρή διάθεση. Με το κρύο χαμόγελο ενός παίκτη πόκερ στα χείλη, γιαλιά ηλίου αχρείαστα για τα άδεια από έφραση μάτια του, δεν βιαζόταν να σπάσει την σιωπή. Τον βασάνιζε εκείνη; Με τα ίδια όπλα θα την αντιμετώπιζε και αυτός.

"Χαίρομαι που με ρώτησες, καιρό τώρα ήθελα να σου μιλήσω αλλά δεν έβρισκα την σωστή στιγμή. Για να πω την αλήθεια δεν ήξερα πως θα αντιδράσεις όμως δεν είναι έντιμο να καθυστερώ. Πρέπει κάποτε να βρω το κουράγιο να σου πω την αλήθεια". Εκανε ένα διάλλειμα πριν συνεχίσει. Περίμενε δυο τρία δευτερόλεπτα. Έβλεπε την αμηχανία με την οποία τον κοίταγε. Την είχε εκεί που την ήθελε. Να κρέμεται από τα λόγια του και να αγωνιά να μην ακούσει άσχημα νέα. Την ήξερε απέξω και ανακατωτά. Έβλεπε την απελπισία της. Έβαζε όπως πάντα κατευθείαν το χειρότερο στο μυαλό της. Στα μάτια της ασήμιζαν ήδη δάκρια. Ποτέ δεν θα μάθαινε να τα έλεγχει σκέφτηκαν και οι δύο ταυτόχρονα χωρίς να το ξέρουν.
"Τα άσπρα πλένονται με σκόνη. Τα μαύρα με υγρό απορυπαντικό " είπε σκάζοντας στα γέλια.
"Tι χαζό που είσαι..." συμπλήρωσε αγκαλιάζωντάς την. Την αγαπούσε, δεν υπήρχε λόγος να το αρνηθεί. Άλλοι θα το έλεγαν με λόγια. Εκείνος με όλα αυτά που δεν της έλεγε.

27 Δεκεμβρίου 2009

Smily

"Σήμερα το βράδυ στις οχτώ, έχουμε ραντεβού εμείς οι δυο. Στο σπίτι σου, ή στο σπίτι μου;" πληκτρολόγησε στο κινητό. Πόσο απαιτητικό σκέφτηκε όσο διάβαζε το μήνυμα, δίσταζε να το στείλει. Δεν του αφήνω περιθώρια να πει ούτε ένα όχι, τα ίδια κάνω λοιπόν και εγώ όπως οι άλλοι;

Κοιτούσε το μήνυμα ξανά και ξανά. Δεν ήθελε να το αλλάξει. Απαιτούσε, φυσικά απαιτούσε αλλά ήταν και η αλήθεια. Ήθελε να τον δει και ήθελε να γνωρίζει το πότε θα συνέβαινε η συνάντηση.
Όλα αυτά τα "τα λέμε αργότερα", "ίσως το βράδυ", "θα στείλω μήνυμα όταν ευκαιρήσω", "δυστυχώς αναβάλλονται τα σχέδιά μας αλλά μάλλον αύριο" κτλ κτλ, αυτά που κάποτε της άρεσαν γιατί έδιναν στην σχέση τους την ποιότητα του ανάλαφρου, ελεύθερου και χαλαρού την είχαν κουράσει. Δεν ήταν πως έτσι στα καλά του καθουμένου, έτσι στα ξαφνικά και χωρίς προϊστορία, αποφάσισε να τον πιέσει. Δεν ήταν έτσι και ήταν σίγουρη πως και εκείνος την ήξερε καλά για να μην καταλάβει το κίνητρό της.

Όχι το κείμενο ήταν σωστό όπως ήταν. Δε θα το άλλαζε. Η ερώτηση ήταν απλά αν θα το έστελνε ή όχι.

Θυμήθηκε τι της είχε πει τις προάλλες ο Πέτρος όσο έτρεχαν. Με τα κινητά, την ευκολία που έχουμε να στέλνουμε μηνύματα σε οποιαδήποτε στιγμή, το ψυχρό του μέσου αυτού, διατρέχουμε τον κίνδυνο να γράφουμε πράγματα που δε θα τα λέγαμε αν βλέπαμε τους ανθρώπους πρόσωπο με πρόσωπο. Στέλνουμε αυθόρμητα μηνύματα υπό τη προστασία της απόστασης, και όποιον πάρει ο χάρος. Μπορεί δεν μπορεί ο άλλος, αναγκάζεται να αντιμετωπίσει αυτά που του γράφουμε. Ευχάριστα νέα, έχει καλώς. Δυσάρεστα; Τα πράγματα δυσκολεύουν. Και όχι μόνον τον κόβουμε από ότι κάνει, αλλά αναμένουμε μια αντίδραση. Δεν έρχεται γρήγορα, στέλνουμε και άλλο μήνυμα, και άλλο, και άλλο μέχρι να πάρουμε μια απάντηση. Τι και αν έχει κλείσει το κινητό λόγω δουλειάς; Τι και αν κοιμάται; Τι και αν δε το έχει μαζί του. Τίποτε... Δεν ησυχάζουμε μέχρι να πάρουμε την απάντησή μας.

Είχε δίκαιο ο Πέτρος, αρκετές φορές ήδη είχε πιάσει την εαυτό της να φέρεται παρόμοια. Ήταν τόσο εύκολο να πέσει κανείς στην παγίδα του άμεσου μέσου και να πιστεύει πως όλα πρέπει να συμβαίνουν άμεσα. Το κείμενο ήταν αυθόρμητο, ναι αλλά της ήταν σημαντικό, άλλωστε ήταν πρωί και του έδινε ολόκληρη την ημέρα χρόνο να αντιδράσει.

Του έβαλε ένα smily. Απαιτούσε, βέβαια απαιτούσε αλλά τουλάχιστον το έκανε με χαμόγελο γιατί όπως και να το κάνεις, αλλιώς αντιμετωπίζεις κάποιον που σου φέρεται άγρια ή υπεροπτικά και αλλιώς κάποιον που σου χαμογελά.

Άρχισα να παίζω παιχνίδια αναρωτήθηκε; Χρησιμοποιώ τεχνάσματα για να πάρω αυτό που θέλω; Σίγουρα. Είναι έλλειψη ειλικρίνειας; Σίγουρα. Προσπαθώ να κατευθύνω την απάντησή του; Ναι. Του κάνει κακό κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση; Όχι. Έχει περιθώρια να απαντήσει πως δεν μπορεί; Φυσικά. Τι θα συνέβαινε άμα δε έστελνε το μήνυμα; Τίποτε. Το βράδυ θα παρέμενε αβέβαιο.
Τι μπορούσε να συμβεί άμα το έστελνε; Ίσως να τον πανικόβαλε. Ίσως να της απαντούσε ότι έχει άλλα σχέδια. Να μην απαντούσε από πείσμα για τον απαιτητικό της τρόπο. Να καταλάβαινε και να χαιρόταν για το ενδιαφέρον της. Να πρότεινε τον κατάλληλο χώρο.

Έλεγξε το κείμενο για τυχόν ορθογραφικά λάθη και το έστειλε. Απενεργοποίησε τον ήχο του κινητού και ετοιμάστηκε να πάει για τρέξιμο. Δεν ήθελε να το έχει έννοια περιμένοντας την αντίδρασή του. Έφυγε, έτρεξε, επέστρεψε, έκανε ένα μπάνιο, ετοίμασε κάτι να φάει, έφαγε. Τεσσεράμισι ώρες αργότερα έλαβε απάντηση...

"Τώρα; "

Χαμογέλασε. "Ναι" απάντησε.

26 Δεκεμβρίου 2009

Δύσκολο

Είναι δύσκολο να τον βλέπεις. Να είναι εκεί, κουρασμένος, πονεμένος, μπροστά σου και να σου ζητά να μην τον αγγίξεις. Να τον ακούς να σου εξηγεί πως υπάρχουν στιγμές που χρειάζεται την απόσταση. Ο κόσμος, οι έγνοιες, εκείνη, ο μικρός, οι δουλειές του... όλα απαιτούν την προσοχή του, όλοι και όλα καθορίζουν τη ζωή του, όλοι εκτός από εκείνον. Πως νοιώθει κατά καιρούς πως δε μπορεί να αναπνεύσει.

Το μισό του μυαλού σου καταλαβαίνει την ανάγκη του. Το άλλο μισό αναρωτιέται πως να φερθείς σωστά. Να είσαι ειλικρινής ή κατανοητικός; Να χαλινώσεις την ζεστασιά που ξεχειλίζει από εσένα πάντοτε όταν τον συναντάς ή να ενδώσεις στο ένστικτό σου; Να κρατήσεις την απόσταση που ζητά; Να αφήσεις τις ελάχιστες στιγμές των συναντήσεών σας να περάσουν χωρίς το άγκιγμά του;

Ναι φυσικά, αποδέχεσαι την ανάγκη του. Δε του επιβάλεις τη δικιά σου συμπεριφορά. Μήπως και εσένα καλό σου κάνει ο τρόπος σου; Δεν είσαι πάντα σίγουρος για αυτό. Τον κοιτάς λοιπόν, και περιμένεις. Αναρωτιέσαι αν θα έπρεπε να φύγεις. Να του παραχωρήσεις χρόνο για να ξεκουραστεί. Δε θέλεις όμως να χάσεις την στιγμή. Τη δικιά σου στιγμή με εκείνον. Είσαι εγωιστής και μένεις. Προσπαθείς να τον χαλαρώσεις με ελαφριά θέματα. Δεν τα καταφέρνεις. Τα λόγια δεν έρχονται όπως τα θες, οι προτάσεις δεν ρέουν, το αποτέλεσμα δεν είναι το επιθυμητό. Σιωπάς καλύτερα. Προσέχεις πως μιλά, πως ρουφά τον καφέ, πως ξεφυλλίζει το βιβλίο, τον παρατηρείς. Μάκρυναν τα μαλλιά του, γκρίζοσαν φανερά. Λόγος ανησυχίας για εκείνον. Εσένα ακόμα καλύτερα σου αρέσει.
Σου έρχεται διάθεση να τα χαϊδέψεις. Θέλεις να τον φιλήσεις, να τον κλήσεις στην αγκαλιά σου, να κρυφτείς και εσύ την δικιά του. Θέλεις να τον κάνεις να ξεχάσει τις έννοιές του. Θέλεις να τον δεις να χαμογελά. Να σου χαμογελά.

Θυμάσαι την αρχή της συζήτησής σας. Δε κάνεις τίποτε από όσα σκέφτεσαι. Ούτε τον φιλάς, ούτε τον κατανοείς, ούτε φεύγεις. Περιμένεις. Παρατηρείς. Ψάχνεις στα λόγια του. Ανάμεσα σε αυτά που λέει, και σε αυτά που δε λέει. Ελπίζεις κάπου να βρεις σε μια αναπνοή, μια ματιά ένα σημάδι. Κάτι που να σου δείχνει ότι άλλαξε γνώμη. Πως είναι τώρα διατεθειμένος να μοιραστεί με εσένα το δικό σου κόσμο. Πως μπορείς να φερθείς όπως θα ήθελες και όχι όπως μπορείς. Πως, πως, πως...

Όμως περνά η ώρα. Το ρολόι ανελέητο. "Πρέπει να φύγεις τώρα" σου λέει. "Ναι, ήταν όπως πάντα πολύ ωραία" του λες όσο ψάχνεις την τσάντα σου. Δε βιάζεσαι να φορέσεις το μπουφάν, να μαζέψεις τα κλειδιά σου... Το "θα ήθελα να μείνω και άλλο" το αποσιωπάς. "Μακάρι να μπορούσα να σε κάνω να ξεχάσεις τους πάντες και τα πάντα" κρατάς για τον εαυτό σου. "Πόσο χαρούμενη θα ήμουν, αν με άφηνες στον κόσμο σου" παρέμεινε στα όρια του μυαλού σου. "Καλή ξεκούραση" λες τελικά απλά και μόνον. Φεύγεις. Σιωπάς. Ελπίζεις.

3 Αυγούστου 2009

Η ViSta και ο μάγος...

Το καινούργιο αφεντικό πρότεινε να έγραφα μια ιστορία του πως μπαίνω σιγά σιγά στο κόσμο της καινούργια δουλειάς. Ποια βήματα, ποιες φάσεις περνώ όσο προσπαθώ να μάθω το αντικείμενό της. Ποιες κρυφές ή φανερές διαστάσεις ανοίγονται μπροστά μου ολοένα. Ποια προβλήματα αντιμετωπίζω εμβαθύνοντας, ποιες απροσδόκητες επιτυχίες σημειώνω καθοδόν.
Ενδιαφέρουσα μου φαίνεται αυτή η πρόταση και ήδη ασχολούμαι με την ιδέα και κάνω σκέψεις... Η ViSta και ο μάγος θα μπορούσε να έχει ως τίτλο. Η [σχεδόν] άνεργη ViSta και ο μάγος που της παρουσιάστηκε όταν τον χρειάστηκε σώζοντάς την με τα μαγικά του και σβήνοντας αυτό το [σχεδόν] άνεργη μετατρέποντάς σε το ξανά εργαζόμενη.

22 Ιουλίου 2009

Ιστορία;

Σκεφτόμουν να γράψω το ημερολόγιο ενός [σχεδόν] άνεργου, ήμουν σίγουρη πως ότι και αν έχει γραφεί προηγουμένως με παρόμοιο θέμα, όπως και να έχει γίνει αυτό, η δικιά μου ιστορία θα είναι διαφορετική. Θα έχει ενδιαφέρον. Ο κόσμος θα θέλει να τη διαβάσει, θα διασκεδάζει με τις τραγελαφικές καταστάσεις της, θα περιμένει με ανυπομονησία την έκβασή της και θα ταυτιστεί ευχαρίστως με τον ήρωα, επί τω προκειμένω με την ηρωίδα του.

Ήμουν σίγουρη πως μια τέτοια ιστορία, θα είναι συναρπαστική. Θα είναι ιδιαίτερη, όπως ιδιαίτερα είναι και τα πρόσωπα που την πλαισιώνουν, όπως ιδιαίτερες είναι και εποχές που ζούμε, οι δύσκολες εποχές που μας απειλούν. Μια τέτοια ιστορία θα την καταλάβαινε κανείς ακόμα και χωρίς πολλές εξηγήσεις, γιατί όλοι με τις ίδιες σκέψεις παίζουν. Όλους οι ίδιες ανησυχίες παιδεύουν ανεξάρτητα ηλικίας, τόπου κατοικίας ή επίπεδου σπουδών και επαγγελματικής θέσης.

Έβρισκα πειστική την ιδέα πως ένα τέτοιο ημερολόγιο λείπει και χρειάζεται από τα ελληνικά blogs ή και γενικότερα. Θα εμπλούτιζε την άποψη που έχουμε για τους άλλους και για τον εαυτό μας. Θα δημιουργούσε μια γέφυρα μεταξύ αυτού που ένας [σχεδόν] άνεργος νοιώθει, επιζητεί ή χρειάζεται και αυτού που έναν εργαζόμενο ενδιαφέρει όσο δε ξέρει πότε ή αν και εκείνος θα βρεθεί σε ανάλογη κατάσταση.

Θεωρούσα αυτονόητο πως κάποιος που κάθε πρωί αφήνει το σπίτι του για να επιστρέψει κουρασμένος και εξαντλημένος το απόγευμα από την καθημερινή επαγγελματική ρουτίνα θα θέλει να μάθει πως ένας [σχεδόν] άνεργος προσπαθεί να λύσει το πρόβλημά του. Να κάνει τα αδύνατα δυνατά να βρει μια καινούργια απασχόληση. Να μην το βάζει κάτω, όταν δε ξέρει πως το μέλλον του θα συνεχιστεί. Να μην τον παίρνει η κάτω βόλτα, όταν λαβαίνει απορρίψεις. Να μην "βαραίνει" όσο δεν υπάρχουν προτάσεις. Να θέτει μόνος του "κανόνες" για να προστατεύσει τον εαυτό του και να μην πέσει σε κακές συνήθειες, σε φτηνά υποκατάστατα που ομορφαίνουν την στιγμή αλλά ναρκοθετούν το μέλλον.

Ήμουν σίγουρη πως κάτι τέτοιο θα βοηθούσε, θα έδινε δύναμη σε άλλους [σχεδόν] άνεργους να αγωνιστούν και εκείνοι. Θα συμφιλίωνε με τους εργαζόμενους, γιατί θα τους έδειχνε πως δεν ήταν θέμα επιλογής η ανεργία. Δεν ήταν γιατί κάποιος προτιμούσε την τεμπελιά από το καθημερινό άγχος. Δεν ήταν η φυσική τιμωρία, για την έλλειψη συνέπειας ή ικανοτήτων. Γιατί όταν έρχεται, έρχεται συχνά απλά και μόνον γιατί κάποιοι υπολογίζοντας τα έσοδα και έξοδα μια εταιρίας προτείνουν πως πρέπει να γίνει οικονομία ας πούμε 30%, και κάποιοι άλλοι σε υψηλότερες θέσεις μη ξέροντας ποιον να διώξουν και ποιον να κρατήσουν, αρχίζουν να κοιτούν ποια συμβόλαια λήγουν, ποιοι βρίσκονται κοντά στην σύνταξη ή ποιοι είναι στην δοκιμαστική περίοδο. Είναι εύκολο να λύσεις τέτοια συμβόλαια, ποιος θα σου πει τίποτε; Προσπαθείς να σώσεις τόσες άλλες δουλειές, τι θαρραλέα στρατηγική η απόφασή σου... Θα σε θαυμάσουν οι μόνιμοι. Και αν είσαι έξυπνος, και υποσχεθείς σε αυτούς που διώχνεις ότι θα τους καλέσεις πίσω όταν φτιάξουν τα πράγματα, ούτε και από αυτούς έχεις να φοβάσαι τίποτε. Είσαι σωστός, σκληρή η απόφασή σου, αλλά ρεαλιστική. Κανείς δε μπορεί ισχυριστεί το αντίθετο...

Μια τέτοια ιστορία θα ήταν πραγματικά απαραίτητη, μια ιστορία ενός [σχεδόν] άνεργου ήταν αυτό που έπρεπε να κάνω. Να την γράψω, όπως τη ζω. Όπως πραγματικά συμβαίνει τις τελευταίες μέρες. Όπως αγωνίζομαι γρήγορα να περάσει. Όπως αγωνιώ όσο δεν γνωρίζω την συνολική διάρκειά της. Όπως ελπίζω ότι τελικά σε καλό θα βγει. Μια ιστορία δική μου, ξεχωριστή, μοναδική αλλά και όμοια χιλιάδων άλλων. Μια ιστορία ενός [σχεδόν] άνεργου...

---

Πριν 3 χρόνια αυτό με απασχόλησε

13 Ιουλίου 2009

Κροκόδειλος


-"Ένα καφεδάκι σε δέκα λεπτά... τι λες; " ήταν η ερώτηση στο sms.
-"Είμαι στο Φάληρο :(((" ήρθε η απάντηση ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα
-"Ωωωω, οκ, δεν πειράζει" έγραψε και πρόσθεσε "να είσαι καλά" για να αναιρέσει το αρνητική αίσθηση που της άφησε το ψέμα του πρώτου μέρους της απάντησής της.
Δεν είχε δει το αυτοκίνητό του προηγουμένως σε ένα από τους κάθετους δρόμους στην διαδρομή της επιστρέφοντας από την δουλειά; Μια φωνή μέσα της της έλεγε να πάρει το αυτοκίνητο και να πάει σε εκείνη την πάροδο για να βεβαιωθεί αν ήταν εκεί και όχι στο Φάληρο όπως της είπε με το sms. "Μην είσαι ηλίθια" είπε μια άλλη φωνή. "Κακό στον εαυτό σου κάνεις άμα δεν τον πιστεύεις και τρέχεις από πίσω του να ελέγξεις τις κινήσεις του σαν τον ντετεκτίβ, άμα σε θέλει θα έρθει να σε βρει, άμα δε σε θέλει, δε θα το κάνει, είτε τον κυνηγάς είτε όχι"
Θυμήθηκε μια συζήτηση που είχε τις προάλλες. "Νοιώθω σαν ένα κροκόδειλο" της είχε πει ο Πέτρος. "Περιμένω νωχελικά στην ακροποταμιά, δεν κυνηγώ, δεν αγωνιώ, ξέρω πως αργά ή γρήγορα όλο και κάποιο διψασμένο ζώο θα έρθει να πιεί το νερό του ποταμού, και αν είναι απρόσεκτο θα καταλήξει χωρίς να κουραστώ, στο στομάχι μου."
Mήπως να ήταν αυτή η λύση για εκείνην αναρωτήθηκε. Μήπως αν και εκείνη υιοθετούσε την ίδια στάση απέναντί του κατάφερνε επιτέλους να βρει ένα τρόπο να λειτουργήσει αυτή η σχέση; "Έχω μεγάλη δυσκολία να αφήσω τους ανθρώπους να βρίσκονται κοντά μου, δίπλα μου" της είχε πει κάποτε. Δεν της έλεγε τίποτε καινούργιο, φυσικά και το ήξερε, φυσικά και τον ήξερε, ήταν η τελευταία που θα του κρατούσε κακία γιατί έχει προβλήματα, αλλά ήλπιζε πως θα έβρισκε κάπου, κάπως, κάποτε μια λύση για όλα αυτά που τον τυρανούσαν. Ήξερε πως ποτέ δεν θα δεχόταν τις δικές της λύσεις, για αυτό και έκανε υπομονή, όσο πίστευε πως έπρεπε να έχει μέχρι να βρει μόνος την άκρη... "Πόσο μακριά θα πρέπει να είναι αυτή η άκρη" αστειεύτηκε ειρωνικά και πόσο σκωτεινό θα πρέπει να είναι το τούνελ για να μην βρίσκει κανείς το τέλος του.

Κροκόδειλος Πέτρο; Δεν ήταν κακή ιδέα. Κροκόδειλος θα γινόταν και εκείνη. Θα περίμενε, δε θα αγωνιούσε, δεν θα τον αποζητούσε. Και αν ερχόταν, καλώς. Όσο σκεφτόταν τον παραλληλισμό τόσο περισσότερο ήξερε πως της πήγαινε. Πόσες μέρες είχαν περάσει άλλωστε, από τότε που χώρτασε την πείνα της με ένα άλλο θήραμα χωρίς να έχει κανένα αρνητικό αίσθημα. Δεν μπορείς να αφήνεις να πεινά ένα άγριο θηρίο επαόριστο εξήγησε στον εαυτό της. Αναρωτιώνταν πότε άραγε θα προτιμούσε το άγνωστο καλύτερα από το γνωστό αλλά άπιαστο θήραμα. Σιγά σιγά είχε φτάσει σε ένα σημείο που δεχόταν και αυτή την πιθανότητα. Να τον έχανε ή να την έχανε κάποτε.

Κροκόδειλος σκέφτηκε. Γιατί όχι, αν είναι να 'ρθει θε να 'ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει.... θυμήθηκε την παροιμία, που της έλεγε η μητέρα της, όταν ήταν μικρή. Κάθισε νωχελικά στο καναπέ, ρούφηξε μια γουλιά νερό από το ποτήρι δίπλα της, άναψε την τηλεόραση και είδε, τι σύμπτωση... ένα κροκόδειλο να κατασπαράζει μια πανέμορφη και περήφανη αντιλόπη που έπεσε ανύποπτα στα κοφτερά και ενέλεητα σαγώνια του.

---
Copyright της φωτογραφίας: http://www.12see.de/userdaten/000041/71/bilder/krokodil.jpg/

25 Ιουνίου 2009

Ιδίωμα...

Δεν ένοιωθε λερωμένη. Δεν ένοιωθε άτιμα. Δεν ένοιωθε ότι κάποιον αδίκησε. Κουρασμένη αλλά ήρεμη ανακαλούσε στην μνήμη την ροή της ημέρας. Ο πρώτος εραστής, ρωμαλέος, γνώριζε το ρόλο του και τον πληρούσε ευχαρίστως. Ο δεύτερος τον αρνιόταν λες πεισματικά, αλλά να που έσπασε την αποχή από μόνος. Ο τρίτος, όμοια με κροκόδειλο, περίμενε με ανοιχτό το σαγόνι στην άκρη του ποταμιού το θήραμα που απρόσεκτα εκεί μοιραίο καταφύγιο θα ψάξει. Δεν θα την πείραζε το δάγκωμα στην επόμενη συνάντηση. Τι ένας, τι δύο, τι τρεις εραστές σκέφτηκε. Καλός ο καθένας ξεχωριστά για το ρόλο του. Παραμύθι η μονογαμική ανάγκη της γυναίκας; Παραμύθι η ανάγκη για σταθερότητα και σιγουριά; Παραμύθι η ανάγκη εντιμότητας; Ναι και όχι έπρεπε να παραδεχτεί. Εξαρτάται από το χρόνο και τα πρόσωπα που λαμβάνουν μέρος στο παιχνίδι. Άλλωστε ποιος και τι ορίζει τι είναι εντιμότητα; Πόσα όρια, καθημερινά παραμερίζονται ή μεταφέρονται; Αρχές και αξίες που μικροί είχαμε, αποδεικνύονται στην πορεία του χρόνου απλές προτροπές, κοινωνικοί κανόνες και η τήρησή των όχι απαραίτητα αναγκαστική. Στενοί οι κανόνες; Αλλάζουμε κοινωνία και συνεχίζουμε. Αλλάξαμε; Χαλάσαμε; Και τα θεωρούμε όλα σχετικά; "Χάλασε;" αναρωτήθηκε. Δεν είχε λόγο να κρύβεται πίσω από την πλειοψηφία. Στις γενικότητες. Χάλασε; Πως και δεν είχε τύψεις; Θα έπρεπε να έχει για να είναι σωστό άτομο; Δεν ένοιωθε λιγότερο σωστή ή λάθος από ότι πριν 2 ή 10 χρόνια. "Μεγαλώνω" σκέφτηκε. "Να που για κάτι είναι καλό και αυτό" είπε φωναχτά, πατώντας το κόκκινο κουμπί του τηλεκοντρόλ.
Σκοτάδι γέμισε τον άδειο χώρο που απελευθέρωσε η σβησμένη τηλεόραση. Η ησυχία της νύχτας την καλούσε να αφεθεί μαλακά στην αγκαλιά της. Συνέδεσε το laptop στο φορτωτή της μπαταρίας και βυθίστηκε απαλά στο στρώμα. "Ποιον θα δώ άραγε" αναρωτήθηκε; Τον πρώτο, το δεύτερο ή τον τρίτο; "Σίγουρα τον τέταρτο" σκέφτηκε γνωρίζοντας το λογικό λάθος της πρότασης. "Ε και;" απάντησε μια φωνούλα από μέσα της. Η λογική έτσι και αλλιώς δεν ήταν το σημαντικό χαρακτηριστικό ιδίωμά της.

7 Δεκεμβρίου 2008

Όνειρο

Ήταν λέει μέσα σε ένα σπίτι όπου οι τοίχοι ήσαν από γυαλί. Έξω σκοτάδι και εκείνη μόνη μέσα. Κάποιος κίνδυνος απειλούσε, αλλά με γυάλινους τοίχους ούτε προστασία υπήρχε αλλά ούτε και τρόπος. Δεν ήξερε πως και τι να κάνει, αλλά ένοιωθε τον κίνδυνο συνέχεια να μεγαλώνει. Δεν ήξερε που να κρυφτεί, δεν είχε ούτε καν φωνή να πει τίποτε, αλλά και σε ποιόν να φωνάξει και ο χρόνος ολοένα περνούσε χωρίς να βρίσκει λύση.

Ένοιωθε το αίμα να κυλά ζεστό μέσα της, προσπαθούσε να αναλύσει ορθολογικά τις πιθανότητές της. Ελάχιστες ως μηδαμινές. Όποιος και να ήθελε να διαρρήξει το γυάλινο σπίτι, το μπορούσε. Τι να τον κρατούσε μακρυά; Τα ανύπαρκτα παντζούρια; Τα ανύπαρκτα τούβλα ή το ανύπαρκτο ξύλο της πόρτας; Τίποτε δε μπορούσε να τον σταματήσει. Έτρεμε. Συνειδητοποίησε την ευθραυστότητα της ζωής της και με πόση ευκολία μπορούσε να κοπεί. Έκλαψε.

Στην αρχή έκλαψε χωρίς να βγάζει άχνα, αργότερα με όση δύναμη είχε ή έκρυβε μέσα της. Όσο έτρεχαν τα δάκρυα παχιά, καυτά πάνω στα μάγουλά της, άρχισε το βουητό. Άμα δεν έκλαιγε θα το άκουγε τρομαχτικό, εξωπραγματικό, φοβερό. Άμα δεν έκλαιγε θα έβλεπε πως τράνταζαν τα τζάμια και με δυσκολία αντιστεκόντουσαν. Όμως έκλαιγε και τα δάκρυά της είχαν κυλήσει τώρα από τα μάγουλα χαμηλότερα στα χείλη της. Η πικρή τους γεύση της γέμιζε το στόμα. Ένοιωσε μια πρωτόγνωρη δροσιά. Μια πρωτόγνωρη αίσθηση ικανοποίησης. Ήδη ένοιωθε καλύτερα αλλά δεν μπορούσε και να σταματήσει το κλάμα.

Έξω μαινόταν η θύελλα, λύγιζαν οι κορμοί των δέντρων, ο άνεμος έκανε φύλλα, κλαδιά, σκουπίδια να αιωρούνται ψηλά και να στριφογυρίζουν. Γλάστρες αναποδογυρισμένες. Η βροχή χτυπούσε με δύναμη τα παράθυρα. Σκιές αλλόκοτες, θόρυβοι απροσδιόριστοι. Έξω τέλος κόσμου, μέσα όμως, εκείνη κλαίγοντας δεν άκουγε, δεν έβλεπε πλέον τίποτε. Δεν φοβόταν. Δε φοβόταν πλέον.

Τα δάκρυα, ζεστά, υγρά, προστατευτικά, κυλούσαν αστέρευτα πάνω στο δέρμα της. Ένοιωθε πως μούσκευαν τα ρούχα της. Από πάνω και από κάτω ταυτόχρονα. Ένοιωθε πως στα ξαφνικά το γυάλινο σπίτι της έγινε μια τεράστια πισίνα. Στους μπλέ τοίχους καθρεπτίζονταν οι κύκλοι που κάνει το νερό όταν αναταράσσεται. Εκεί είδε και την σιλουέτα του καρχαρία. "Οι καρχαρίες ζουν μόνον σε ανοιχτά νερά, μόνον σε μεγάλες θάλασσες" είχε μάθει κάποτε από μια εκπομπή στην τηλεόραση και όμως δεν έκανε λάθος, ήταν αδύνατο να παραγνώριζε την σιλουέτα εκείνη, ο καρχαρίας ήταν εκεί. Ήταν και αυτός παγιδευμένος στο ίδιο της το σπίτι. Είχε πανικοβληθεί και χτυπούσε επαναληπτικά με την μουσούδα του τους τοίχους για να σωθεί. Ήξερε πως άμα έσπαγε το γυαλί θα πέθαινε από ασφυξία, άμα απελευθερωνόταν από το νερό της πισίνας θα έβρισκε το τέλος του, ήξερε όμως και πως χωρίς την ελευθερία θα τελείωνε. Τον έβλεπε να κολυμπά τριγύρω της και απορούσε και η ίδια με το θάρρος της. Απορούσε πως αντί φόβος την πλημμύριζε ένα αίσθημα συμπόνιας. Έσπαγε το μυαλό της να βρει πως θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Έπρεπε να τον σώσει, έπρεπε αλλά πως;

Είδε γύρω της κάτι κόκκινο να ρέει αργά, μας πως ήταν δυνατόν, παχύρρευστο υγρό μέσα στο άλλο αραιότερο υγρό, αυτό του νερού της πισίνας. Κατάλαβε πως προερχόταν από την μουσούδα του καρχαρία. Αποφάσισε τι θα έκανε. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έκανε μια βουτιά προς τα βαθιά. 'Οσο πιο κοντά βρισκόταν στο πάτο της, τόσο πιο μεγάλη η πίεση του νερού στα αυτιά της. Συνέχισε στην ίδια κατεύθυνση, με τα αυτιά της να σφυρίζουν αβάσταχτα άρπαξε ότι πιο αιχμηρό ψηλάφισε κάτω της, και άρχισε να κολυμπά όσο γρήγορα μπορούσε προς την επιφάνεια. Δεν ήταν εύκολο με το βάρος του ηχείου στο ένα της χέρι. Δεν είχε χρόνο, ο καρχαρίας αιμορραγούσε ολοένα και δυνατότερα. Η έλλειψη αέρα την ζάλιζε. Η δύναμη με την οποία κρατούσε το χέρι της το αντικείμενο μειωνόταν. Έξω θύελλα, μέσα νερό, η ζάλη αβάσταχτη, άδεια τα πνευμόνια και ανοικτό το χέρι της.

"Δεν μπορεί όνειρο θα είναι" άκουσε να ψυθιρίζουν τα υπόλοιπα εγκεφαλικά κύτταρα που της είχαν μείνει ζωντανά. "Όνειρο, μάλλον όνειρο, μάλλον..." σκέφτηκε όσο χανόταν.

6 Νοεμβρίου 2008

Κόκκινα μαύρα όνειρα

Σου έχει συμβεί ποτέ να δεις ένα σπίτι και να το ερωτευτείς; Να περάσεις από μπροστά του, να μπεις ίσως μέσα και να σκεφτείς πόσο όμορφο είναι και πόσο ευτυχείς θα πρέπει να είναι αυτοί που ζουν σε αυτό; Το ξέρεις αυτό; Σου έχει συμβεί; Εμένα λοιπόν μου συνέβη.
Θα ήταν εφτά χρόνια που έτυχε να πάω για πρώτη φορά. Δεν είμαι σίγουρη ποιος ήταν ο λόγος. Χρειαζόμασταν ένα συγκεκριμένο καλώδιο, ένα σκληρό δίσκο; Ένα πακέτο προγράμματος; Δε θυμάμαι... αυτό που θυμάμαι είναι πως πάω με τα πόδια κατά την διάρκεια ενός μεσημεριανού διαλείμματος, είδα το κτήριο από μακριά, με εντυπωσίασαν τα κόκκινα τούβλα και την αντίθεση που έκαναν με τους άσπρους τοίχους, τα ξύλινα δοκάρια που στήριζαν τον μπαλκόνι στον δεύτερο όροφο, η μαύρη ξύλινη κατασκευή κάτω από την σκεπή, τα κόκκινα κεραμίδια.
Χτύπησα το κουδούνι και κάποιος ευγενικός και ευδιάθετος νεαρός μου άνοιξε. Μπήκα και βρέθηκα σε μια ψηλοτάβανη είσοδο, οι τοίχοι βαμμένοι κόκκινοι, μια υπέροχη ξύλινη σκάλα στα αριστερά, ανοιχτή πόρτα μπροστά, κάποιες άλλες αριστερά και δεξιά, κλειστές. Το δάπεδο με πλακάκια χρόνων, τα σχέδια πάνω τους έδειχναν πως κάποιοι τοίχοι ήταν πιο πρόσφατοι. Μια ξύλινη μαύρη κατασκευή στα αριστερά έκλεινε το χώρο κάτω από την σκάλα. Τρίξιμο ξύλου ακούστηκε σύγχρονο με τα βήματα κάποιου που την κατέβαινε. Αργότερα θα μάθαινα σε πόσες άλλες περιπτώσεις πέρα από την ανθρώπινη παρουσία τρίζει. Διέσχισα την ανοιχτή πόρτα και βρέθηκα σε ένα φωτεινό δωμάτιο με μεγάλα παράθυρα. Τα έπιπλα μέσα, μοντέρνα και ανάλογα ενός μαγαζιού που πουλά software ή hardware. Μπορεί το δάπεδο να ήταν εδώ απομίμηση ξύλου αντοχής αλλά του πήγαινε. Ζήτησα αυτό που ήθελα, μου δώθηκε, πλήρωσα, ευχαρίστησα για την εξυπηρέτηση και έφυγα. Στο δρόμο της επιστροφής σκεφτόμουν πόσο ωραίο κτήριο και τι ωραίος χώρος δουλειάς ήταν. Πόσο τυχερούς θεώρησα τους υπάλληλους αλλά και τους κατοίκους, και ας μην είχα δει τους άλλους ορόφους...

Πριν 4 χρόνια σε γνώρισα. Πριν 2 χρόνια μετακόμισα εδώ. Τώρα συνειδητοποιώ πόσο νωρίς είχαν αρχίσει το όνειρα που είχα κάνει για αυτό το όμορφο σπίτι... Τότε χωρίς εσένα.
Χαίρομαι που σε γνώρισα, χαίρομαι που ζω εδώ τώρα, κοντά σου.

--
Καλησπέρα

5 Νοεμβρίου 2008

Το απρόσμενα μπλε χαμόγελο

"Ήταν αλήθεια τόσο μπλε;" θαύμασε κοιτάζοντας την φωτογραφία που τυχαία έπεσε στα χέρια της όσο συγύριζε κάποια χαρτιά του γραφιού στα πεταχτά. Ένα παιδί με θαλασσιά γιαλάκια κολύμβησης, ξαπλωμένο στην άσπρη παραλία. Πίσω του μια κρυστάλλινη ήρεμη θάλασσα. Γαλάζιος ουρανός στον ορίζοντα. Θυμήθηκε τις ζεστές ακτίνες που χάιδευαν το σώμα. Ένοιωσε να χαλαρώνει...
Θυμήθηκε τη δροσιά της βουτιάς. Την περιέργεια του τι να κρύβεται πίσω από το επόμενο ακρωτήρι και την ευχάριστη κούραση μετά το κολύμπι. Την αίσθηση του κόκκινου από τον ήλιο δέρματος, της άμμου στα γυμνά πέλματα, τη γλυκιά γρανίτα, τον ευγενικό μπαρίστα και το κομμάτι τούρτας που ανέλπιστα της προσεφέρθη. Ο πονοκέφαλος άρχισε να απαλύνεται...
Είχε περάσει όμορφα, χωρίς να το καταλάβει. Είχε ξεκουραστεί, είχε αφήσει το χρόνο να περάσει χωρίς λόγο.

"Τελικά ήταν καλή ιδέα" έπρεπε να αναγνωρίσει. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει αλλά κατά την διάρκεια της προετοιμασίας κάτι την είχε ενοχλήσει και είχε πιστέψει πως θα ήταν καλύτερα αν δεν έκαναν εκείνο το ταξίδι. Δε μπορούσε να προσδιορίσει τον λόγο, αλλά είχε μια προαίσθηση πως δεν θα τα πηγαίναν καλά οι τέσσερίς τους η οποία δεν αναιρέθηκε όταν βρέθηκαν εκεί. Αλλά να που έρχεται μια φωτογραφία, να που έρχονται κάποιες μέρες μετά τις διακοπές για να συνειδητοποιήσει κανείς, για άλλη μια φορά, πως η πραγματικότητα ήταν μια άλλη.
Ένα αδιόριστο συναίσθημα, μπλε σαν τον ουρανό, γαλανό σαν τη θάλασσα, διάφανο σαν τα ψαράκια στο ακρογιάλι, αλαφρό σαν το ζεστό αεράκι γέμισε την ατμόσφαιρα και εκείνη χειμερινός κολυμβητής στη μέση του σαλονιού...

"Κρίμα που δε το είχα καταλάβει όσο ήταν καιρός" συλλογίστηκε. "Κάλιο αργά παρά ποτέ" έπρεπε σχεδόν αυτόματα να συμπληρώσει. Το βλέμμα της γύρισε στη φωτογραφία. Ένα παιδί με θαλασσιά γιαλάκια κολύμβησης, ξαπλωμένο στην άσπρη παραλία. Πίσω του μια κρυστάλλινη ήρεμη θάλασσα. Γαλάζιος ουρανός στον ορίζοντα...

--
Καληνύχτα

3 Νοεμβρίου 2008

H δροσιά του πράσινου

"Θές καφέ;"
"Φυσικά, τι ερώτηση, έχεις χρόνο;"
"Όχι, αλλά θα τον κλέψω."

"Τι καλά" σκέφτηκε. Ήξερε το στενό χρονικό πλαίσιό του και πως ήταν συνέχεια με την σκέψη του επόμενου επαγγελματικού ραντεβού. Γνώριζε όμως και πόσο όμορφα ένοιωθε εκείνη στην παρέα του που πραγματικά χάρηκε με την απάντησή του.

Έκλεισε το κινητό, τράβηξε την πόρτα πίσω της και κατέβηκε τα λίγα σκαλιά που χώριζαν τους δυο ορόφους. Δε χρειάστηκε να χτυπήσει την πόρτα του. Την βρήκε μισάνοιχτη και εκείνον από την άλλη πλευρά να την περιμένει.

"Ο καφές είναι έτοιμος" της είπε χαμογελώντας και έδειξε την πράσινη αχνίζουσα κούπα. Πήρε τον καφέ και κάθισε στην στην καρέκλα δίπλα του. Δε χρειαζόταν να δοκιμάσει για να ξέρει πως θα ήταν νόστιμος, τέλειος, όπως όλα όσα εκείνος ήθελε να τον περιβάλουν. Μια τέλεια μηχανή του καφέ, ή άλλες οικιακές συσκευές, ένα τέλειο μεγάλο ξύλινο τραπέζι με βελούδινες καρέκλες, μια τέλεια εικόνα κάποιας βουδιστικής θεότητας. Τέλεια όπως πάντα. Τέλεια όπως η κουζίνα με τους πράσινους τοίχους ή όπως ο ιδιοκτήτης της.
"Εγώ, τέλειος" θα απορούσε αν του το έλεγε.
"Μα φυσικά" θα απαντούσε εκείνη με χαμόγελο.
"Για μένα είσαι τέλειος όπως και να συμπεριφέρεσαι, όπως και να είσαι ντυμένος..." θα σκεφτόταν όσο θα τον φιλούσε γλυκά στο στόμα.

--
Καλημέρα

Η πιθανότητα του άσπρου...

Άσπρο και παχύ το χαλί μπροστά της. Το κοιτούσε και δεν είχε παρά να αναγνωρίσει πόσο καθαρό ήταν ακόμα παρόλη την εντατική χρήση των τελευταίων δυο χρόνων. Απορούσε πως είχε καταφέρει και κρατούσε την φρεσκάδα του καινούργιου λες και δεν είχε περάσει ούτε ένα ζευγάρι σόλες παπουτσιών από πάνω του. "Καλύτερα έτσι αντί αλλιώς" σκέφτηκε και ανέβασε το βλέμμα της στις πολυθρόνες λίγο πιο ψηλά. Αυτές και αν είχαν χάσει το αρχικό ζαχαρί τους. "Είδες;" είπε νοερά στον εαυτό της, "έτσι φαίνεται το αλλιώς.

Ήταν θετικός άνθρωπος, ήταν άνθρωπος που αγαπούσε τις γλώσσες, αλλά και τα μαθηματικά. Η κατανομή του Gauss της ήταν γνωστή. Ήξερε λοιπόν πως όσα είναι πιο πιθανά συμβαίνουν συχνότερα, αλλά και πως όσα το υπερβαίνουν είτε προς την μια είτε προς την άλλη κατεύθυνση έχουν υπαρκτές υπολογίσιμες πιθανότητες να συμβούν. Άρα, ένα καθαρό άσπρο χαλί και δυο κάποτε ζαχαρί τώρα βρώμικες πολυθρόνες, άφηναν χώρο για κάποια άλλα μεσαία χρησιμοποιημένα έπιπλα. Με ανακούφιση κατηγοριοποίησε τον άσπρο καναπέ, τις άσπρες κουρτίνες και τις άσπρες λάμπες προς την μέση της κατανομής. Μπορεί να μην της ήταν σημαντικό πόσο τακτικό ήταν το σπίτι της, αν το χρώμα του καναπέ χανόταν στο χώρο γιατί δεν έκανε αντίθεση με τους τοίχους, μπορεί να μην έδινε δεκάρα για την άποψη των άλλων για τα ρούχα της, μπορεί να μην ενδιαφερόταν αν οδηγούσε το πιο καινούργιο αυτοκίνητο, αν στο τέλος του μήνα ήταν ταπί, αν θα κατάφερνε κάποτε να αγοράσει ένα δικό της σπίτι ή διαμέρισμα, αν δεν πήγαινε διακοπές σε γνωστά και ακριβά ξενοδοχεία, μπορεί, μπορεί αλλά όλα και όλα! Οι επιλογές και αποφάσεις τις ήταν σωστές και εφαρμόσιμες αν έδιναν σε ένα και μόνον τομέα νόημα: Έπρεπε να έχουν μαθηματική βάση.

Την αρχική της ανακούφιση ακολούθησε ένα αίσθημα ηρεμίας. Η κατανομή του Gauss δεν δήλωνε μόνον στατιστικά σημεία. Προστάτευε και την διανοητική της ειρήνη. Όλα είναι πιθανά. Τα άσπρα αλλά και τα σκούρα. Και αν κάποτε στην ζυγαριά βάρενε το ένα ή το άλλο, με βάση της στατιστικής η ίδια κατάσταση ίσχυε. Η μόνη διαφορά βρισκόταν στην μαθηματική τιμή του ποσοστού της πιθανότητας.
---

Καλημέρα

9 Αυγούστου 2008

Επιτυχία

"Μια καινούργια αρχή, μια καινούργια αρχή" έλεγε και ξανάλεγε στα δυνατά περπατώντας στους γεμάτους δρόμους της πόλης και δεν νοιαζόταν αν κάποιος την άκουγε, ή θα την περνούσαν για παλαβή έτσι όπως μιλούσε στον εαυτό της. Δυο μέρες είχαν περάσει από την πρώτη στιγμή που το αναλογίστηκε. Το πράγμα έτσι όπως είχε δεν πήγαινε άλλο, είτε θα έκανε κάτι για να το ανατρέψει είτε δε θα έκανε τίποτε και θα την συνέθλιβε. "Ή εγώ ή αυτό" συλλογίστηκε τότε και ξαφνιάστηκε με την καθαρότητα των σκέψεών της. Και επειδή δε θα ήθελε να χαθεί εκείνη, αποφάσισε πως έπρεπε να κάνει μια καινούργια αρχή. Ναι για αυτό ήταν σίγουρη, μια καινούργια αρχή χρειαζόταν αλλά μια καινούργια κατεύθυνση προς ποια κατεύθυνση; Ήξερε πολύ καλά τι την κούραζε, ήξερε τι την αλλοίωνε, ήξερε τι τις έκλεβε τις δυνάμεις, αλλά δεν ήξερε τι θα μπορούσε να την συνεφέρει. Έτσι από τότε επανέλαβε αυτές τις τρεις λέξεις και έσπαζε το κεφάλι της για την απάντηση του μεγάλου ερωτήματος που την απασχολούσε. Όποιες ιδέες και να είχε είχαν ένα κουσούρι. Μεγάλο ή μικρό πάντα βρισκόταν ένας λόγος για να μην τις ακολουθήσει. Μπορεί να ήσαν ωραίες ως ιδέες, μπορεί να ήσαν σωστές για τόσους άλλους, όμως για εκείνη δεν εφάρμοζαν, δεν άρμοζαν να πραγματοποιηθούν.

"Μια καινούργια αρχή, μια καινούργια αρχή" έλεγε και οι λέξεις κάθε φορά που επαναλαμβανόντουσαν δημιουργούσαν και καινούργιες εικόνες στο μυαλό, εικόνες πιθανών δρόμων που θα μπορούσε να ακολουθήσει. Ήξερε χωρίς προσπάθεια, χωρίς ενασχόληση, χωρίς ενδοσκόπηση ή θάρρος δε θα βρισκόταν μια απάντηση στο ερώτημα και έτσι δεν το έβαζε κάτω όταν έβλεπε την μια πρόταση μετά την άλλη να φαίνονται αβάσιμες. Δε μπορεί, δεν ήταν δυνατόν να μην υπήρχε τρόπος. Σίγουρα υπήρχε, απλά θα χρειαζόταν τον ανάλογο χρόνο που απαιτούντο μέχρι να παρουσιαστεί. Όπως και να το κάνει κανείς, η ανατροπή μιας τέτοιας κρίσιμης και σημαντικής κατάστασης δεν ήταν και παιχνιδάκι, δεν μπορούσε να είναι απλή. Αν ήταν έτσι δε θα της είχε πάρει τόσο πολύ χρόνο μέχρι να αποφασίσει να πάρει τα μέτρα της για να την αντιμετωπίσει. Οι πράξεις της θα ήσαν άμεσες και αποτελεσματικές. Θα είχαν συμβεί τότε, πριν μεγαλώσει το κακό και πάρει τις τωρινές του διαστάσεις, αλλά τι βοηθούσε τώρα η σκέψη για το τότε; Το τώρα ενδιέφερε. Το τώρα και το κοντινό μέλλον. Ή τέλος πάντων αυτά που θα άρχισε να κάνει από τώρα κάνοντας μια καινούργια αρχή.

"Μια καινούργια αρχή" συλλογίστηκε χωρίς να μιλήσει αυτή τη φορά, γιατί φοβήθηκε μήπως ο χώρος είχε κορεστεί από τον ήχο των λέξεων και αντιδρούσε στις επιπρόσθετες τρεις. Έκλεισε τα μάτια της περπατώντας. Ένοιωσε τον ήλιο να της ζεσταίνει την πλάτη, τον αέρα να της χαϊδεύει τα μαλλιά, άκουσε τις συνομιλίες των περαστικών και τα σχόλιά τους για την καημένη τυφλή γυναίκα που μάλλον έχασε το μπαστούνι της, το σκύλο που γάβγιζε νευρικά κάπου στα δεξιά της, τον ήχο που κάνουν οι ρόδες από πατίνια στον πλακοστρωμένο πεζόδρομο, την καμπάνα της εκκλησίας πίσω της. Μύρισε φρεσκοκομένο καφέ, το ψωμί από το φούρνο, ανθισμένους θάμνους. Θυμήθηκε πως μυρίζουν γιασεμιά το βράδυ. Θαύμασε πως δεν σκόνταψε σε ανθρώπους ή εμπόδια. Συνέχισε με σταθερά βήματα, κρατώντας πάντα κλειστά τα μάτια της. "Λες;" αναρωτήθηκε με δυσπιστία. "Λες τελικά αυτή να είναι η λύση;" σκεφτόταν χωρίς να πιστεύει πως τελικά τα είχε καταφέρει.

"Αυτό είναι, μα φυσικά" είπε ανοίγοντας τα μάτια της ακριβώς ένα δευτερόλεπτο πριν πέσει πάνω της το αυτοκίνητο ενός courier φαρμάκων και την πετάξει 2 μέτρα στον αέρα. "Αυτό είναι" επανέλαβε ενάμισι δευτερόλεπτο αργότερα χαμογελώντας όσο ξεψυχούσε στο πλακόστρωτο γιατί ήταν πλέον βέβαιη πως είχε βρει απάντηση όχι μόνον στο ερώτημα του "πως" αλλά και στο "εάν".

Για το δεύτερο ήταν "όχι", ενώ για το πρώτο ...

22 Απριλίου 2008

Σκέψεις πέντε λεπτών...

Τράβηξε το laptop στα γόνατα μπροστά της, πάνω από την κουβέρτα. Καλώδια ξεκινούσαν και κατέληγαν από αυτό. Έπρεπε να προσέξει. Μια απότομη κίνηση και το ηχείο απειλούσε να έπεφτε από την συνήθη θέση του στο γραφείο, ενάμισι μέτρο μακριά της. Αποσυνέδεσε όσα καλώδια δεν θεώρησε απαραίτητα για την στιγμή. Τι κρίμα, σκέφτηκε, είχε κινητό υπολογιστή αλλά με τα πολλά καλώδια που του είχε συνδέσει του είχε αναιρέσει αυτή την πιθανότητα. Αναρωτήθηκε πως αλήθεια τα είχε έτσι καταφέρει και έκανε με το υπολογιστή ακριβώς το ίδιο λάθος που έπραττε στην καθημερινή της ζωή. Ανασήκωσε τους ώμους με παιδική αδιαφορία, αχ σκέφτηκε, και τι έγινε, σε ποιόν θα έδινε λογαριασμό; "Αν μη τι άλλο κανείς δε θα με κατηγορήσει για έλλειψη συνέπειας" είπε στον εαυτό της νοερά. Η μουσική χαμηλή, μελωδική, της τράβηξε την προσοχή. Κιθάρα και ισπανικό τραγούδι μιας γυναικείας φωνής. Πότε είχε δει την τελευταία ισπανική ταινία; Δε μπορούσε να θυμηθεί; Ποιά ήταν; Το Volver του Αλμοντόβαρ; Το Mala education? Άλλη; Άλλου σκηνοθέτη; Τίποτε. Κενό, άδειο αναμνήσεων το κεφάλι της. Τα είχε όλα ξεχάσει, αλλά υπήρξε μια εποχή που πήγαινε συχνά κινηματογράφο. Και ήταν ενημερωμένη. Υπήρξε μια εποχή που έγραφε τακτικά. Και ήταν ικανοποιημένη. Υπήρξε μια εποχή που τραγουδούσε στο αυτοκίνητο επιστρέφοντας από τη δουλειά. Που πήγαινε εκεί με χαρά. "Άχ κορίτσι μου" είπε στον εαυτό της, και ξαφνιάστηκε πως ξαφνικά έβλεπε τα δρώμενα και τον εαυτό της με τέτοια απόσταση και αποστασιοποίηση, "συνέβησαν τόσα πολλά από τότε, πότε να προλάβεις να τα καταλάβεις ή άντε να τα καταπιείς;" Το καλό της τωρινής κατάστασης ήταν πως μετά από όσα είχαν γίνει, μάλλον τα χειρότερα είχαν ήδη εμφανιστεί και είτε θα καλυτέρευε από εδώ και πέρα η κατάσταση, είτε θα αντιδρούσε για να την αλλάξει.
Μερικές φορές της φαινόταν περίεργο με ποιά αδιαφορία αντιμετώπιζε την διαφορετικότητά της στην εταιρία. Αλλά όχι, δεν ήταν αδιαφορία, αντίθετα, επιδεικτικά θα έλεγε κανείς επέμενε στην διαφορετικότητά της. Το αυτοκόλλητο με το άσπρο μηλαράκι στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της. Ο ενικός τον οποίο πρότεινε σε όλους τους συναδέλφους ξέροντας πολύ καλά πόσο τους ξένιζε αυτή της η κίνηση. Τα χαρούμενα και ευδιάθετα σχόλια, η διάθεσή της να βοηθήσει, να ασχοληθεί ακόμα και με πράγματα που δεν ήσαν στον τομέα της. Όμως αυτό και αν την εξόργιζε... Τι πάει να πει δεν είναι κάτι του τομέα κάποιου, δεν ανήκε στα καθήκοντά του, άρα "δε πα να πνίγονται; εμένα δε με ενδιαφέρει το πρόβλημά τους." Έστρεψε ξανά την προσοχή της στο μουσικό κομμάτι κιθάρας που ακουγόταν εκείνη τη στιγμή από τα ηχεία. Μια σονάτα του Μπαχ. Κάποτε ήταν σε θέση να παίζει και εκείνη κάποιες. "Θεέ μου" της ξέφυγε με αγανάκτηση. "Θεέ μου, αμάν πιά δε βαρέθηκες να μυξοκλαίς για όλα όσα κάποτε έκανες; Άμα ασχοληθείς ξανά, θα ξαναμπορέσεις. Αν σου είναι σημαντικά θα τα θυμηθείς, άν σου είναι απαραίτητα δεν έχεις άλλη επιλογή."
Ένιωσε το πληκτρολόγιο κάτω από τα δάχτυλά της. Ζεστό. Αναλογίστηκε την ζεστή μέρα που έξω από το παράθυρό της σιγά σιγά έσβηνε. Αναλογίστηκε την θέρμη που ξεπηδά από ένα χάδι του παιδιού της. Αναλογίστηκε την θέρμη της ψυχής της την στιγμή που τηλεφωνεί με την μητέρα της. Αναμνήσεις παιδικής χαράς και σιγουριάς. Μερικές άνηκαν σε εκείνην, άλλες είχαν χαριστεί γενναιόδωρα στο παιδί της. Αχ ναι, αναφώνησε. Αν μην τι άλλο, ένα πράγμα δεν πήγαινε στραβά. Ένα πράγμα είχε ευτυχώς μάλλον σπό μόνο του καταφέρει, να μην ακολουθήσει τον γενικό δρόμο της αποδιοργάνωσης της ζωής της. Δεν ήταν δικό της κατόρθωμα αυτό, όχι μόνον, αλλά χαιρόταν ιδιαίτερα που ένα χαρούμενο, υπέροχο ον, κοιμόταν και ονειρευόταν ήρεμα στο διπλανό της δωμάτιο...

18 Μαρτίου 2008

Στον παιδίατρο...

Γεμάτο το δωμάτιο αναμονής στην παιδίατρο, όλα τα καθίσματα πιασμένα, το πάτωμα σπαρμένο με παιχνίδια και ο μικρός ωχρός και με σκούρα δαχτυλίδια γύρω από τα μάτια. "Είναι γεμάτο" της είχε πει μια μητέρα βλέποντάς την να σπρώχνει την πόρτα του ιατρείου για να την ανοίξει. "Τι να κάνουμε" απάντησε "θα περιμένουμε" έτσι και αλλιώς δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο. Δυο ώρες νωρίτερα είχε πάρει τηλέφωνο στο ιατρείο ό,τι θα χρειαζόταν ένα παραπεμπτικό και πως θα περνούσε το απόγευμα στις πέντε για να το πάρει. Η βοηθός της γιατρού είχε συμφωνήσει να το ετοιμάσει έγκαιρα και να μην χρειαστούν έτσι να περιμένουν, μισή ώρα αργότερα όμως ήρθε το τηλεφώνημα από το νηπιαγωγείο που ανέτρεψε όλο το πρόγραμμα. "Εχουμε ένα πρόβλημα" της είπε η κοπέλα, "πονά η κοιλιά του μικρού και κλαίει γιατί δεν περνά, θα έρθετε να τον πάρετε;" Φυσικά και πήγε, τι ερώτηση... Πήγε, τον πήρε και τώρα βρισκόταν στο χώρο αναμονής περιμένοντας να έρθει η σειρά τους να δουν την γιατρό. Τα παιδάκια στην αίθουσα, διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής τάξης και με ανάλογα διαφορετικούς γονείς καταγόμενους από χίλια και ένα κράτη. "Πόσοι αλήθεια να είχαν την ιθαγένεια;" της πέρασε από το μυαλό να ρωτήσει, αλλά τι σημασία είχε η απάντηση; Τουλάχιστον για τα παιδιά; Μια τέτοια ερώτηση ξεπερνά τα όρια αυτών που μπορούν να καταλάβουν. Σημαντικό για αυτά δεν είναι η ιθαγένεια αλλά αν μπορούν να παίξουν είτε μόνα του είτε με παρέα με τα παιχνίδια που βλέπουν τριγύρω τους και το ερώτημα αν πονούν ή όχι. Πονούν ή δεν νοιώθουν καλά, αγνοούν παντελώς όλους τους άλλους και τα πάντα τριγύρω τους. Νοιώθουν κάπως καλά, τότε ασχολούνται με τα παιχνίδια. Συντονίζονται με άλλα παιδάκια; Έχει καλώς. Στην αντίθετη περίπτωση θα ασχοληθούν με ένα παιχνίδι και θα αμυνθούν το δικαίωμά τους για αποκλειστικότητα. Έτσι λοιπόν παίζουν τα παιδιά, λίγο ή περισσότερο φιλικά μεταξύ τους, όσο οι γονείς χασμουριούνται, ασχολούνται με τα κινητά τους ή αγκαλιάζουν εκείνα τα παιδιά, που δεν έχουν διάθεση για παιχνίδι... και περνούν τα λεπτά, και περνά η ώρα, και η αίθουσα αναμονής γεμίζει και αδειάζει...
"Πόση ώρα περιμένατε" άκουσε την γιατρό να την ρωτά και ξαφνιάστηκε. Το ρολόι του τοίχου έδειχνε μία το μεσημέρι, πότε έφτασαν στο ιατρείο; Έντεκα παρά; Έντεκα και; Ιδέα δεν είχε... "Αχ τι σημασία έχει;" απάντησε όσο βοηθούσε τον μικρό να βγάλει τα ρούχα του, "σημαντικό είναι πως τώρα είναι η σειρά μας... ερχόμαστε από το νηπιαγωγείο γιατί στα ξαφνικά πόνεσε η κοιλιά του και δεν έλεγε να ηρεμήσει"...

16 Μαρτίου 2008

Ο χορός

"Και τώρα τι;" αναρωτήθηκε. Μπροστά της το άδειο αρχείο του κειμενογράφου, κάτω από τα δάχτυλά της τα φωτισμένα πλήκτρα του πληκτρολογίου, μαλακά, ζεστά αλλά και απόμακρα. Η οικειότητα που είχαν κάποτε τα δάχτυλα αποκτήσει, και από μόνα τους έβρισκαν την κατάληξή τους, που με ευχέρεια και χωρίς προσπάθεια κουνιόνταν ήταν ανάμνηση πλέον προ πολλού. Δεν είχε τίποτε το μηχανικό ή αυτόματο αυτή η κίνηση. Δεν ακολουθούσε κανόνες λογικής ή τεχνικής. Δεν υπάκουε σε μεθόδους άλλων, δεν υπήρχε για κάποιο σκοπό. Ήταν όμοια με την μουσική αυτή καθ΄αυτή ένας σκοπός, ένα λόγος, μια απόδειξη, μια αρχή και ένα τέλος, απλή και χωρίς προσπάθεια ενέργεια. Μια ενέργεια δημιουργίας, έκφρασης.
"Και τώρα τι;" επανέλαβε την ερώτησή της με την ελπίδα πως η επανάληψη θα παρουσίαζε μπροστά της την λύση που εδώ και καιρό ματαίως έψαχνε. Τώρα πως να έβρισκε ξανά το νήμα που φάνταζε μικρό και ανέφικτη η επανασύνδεσή της με αυτό, έτσι μακριά στον ορίζοντα όπου το άφησε να μαίνεται. Ήξερε αρκετά καλά τι είχε συμβεί από τότε που το κράταγε σταθερά στα δυο της χέρια. Δεν είχε νόημα να επιστρέφει στα περασμένα και να αναρωτιέται πως ήταν δυνατόν να αφήσει εξωτερικούς παράγοντες να την επηρεάσουν έτσι αρνητικά, να τους δώσει τέτοια μεγάλη ελευθερία ώστε να πάρουν τον έλεγχο των κινήσεών της. Και καλά να παρέμενε το θέμα εκεί, καλά να μην έλεγχε την κίνησή της, αλλά να μην είναι κύριος των σκέψεών της; Αυτή και αν ήταν κατάντια. Μια γυναίκα χωρίς σκέψεις... ποια αξία είχε πλέον; Ποια αξία έχει ένας άνθρωπος, ένας homo sapiens χωρίς σκέψεις; Πόσο πίσω στην ιστορία θα έπρεπε να ψάξει μέχρι να έβρισκε κάτι ανάλογό της. Αλλά αρκετά ασχολήθηκε το παρελθόν. Η στιγμή είχε πλέον φτάσει που ήθελε δεν ήθελε έπρεπε να κοιτάξει το παρόν και ήλπιζε πως αυτή την φορά θα ήταν αρκετά συνετή ώστε να μην ξεχαστεί και κάνει το λάθος να ασχοληθεί με το μέλλον. Ότι έγινε έγινε, και ό,τι θα γίνει, θα γίνει, ούτε παρελθόν αλλά ούτε και μέλλον δεν μπορούσε να ελέγξει, μήτε να τα αλλάξει. Όμως αυτά που συμβαίνουν τώρα, αυτά που κάτω από την μύτη της ευωδιάζουν, αυτά που μπροστά στα μάτια της εικόνες δημιουργούν, αυτά που γύρω από τα αφτιά της μελωδίες αφήνουν, αυτά που δίπλα της χορεύουν, με αυτά παρέα από τώρα θα κάνει. Αυτά παρέα θα της κάνουν, αυτά στο δέρμα της ίχνη θα αφήσουν, την ανάσα της θα επιταχύνουν, το μυαλό της θα γεμίσουν, τα όνειρά της θα συντροφέψουν, το ουρανό με συννεφάκια θα σποριάσουν, το δρόμο της θα περιβάλουν. Το δρόμο αυτόν που τα δάχτυλά της ξανά θα κάνουν, χορεύοντας για άλλη μια φορά πάνω στα μαλακά, ζεστά και οικεία πλήκτρα. Ναι δεν τον ξέχασε παντελώς τον τρόπο. Τίποτε δεν ξεχνιέται άλλωστε από αυτά που μαθαίνει κανείς στην διάρκεια της ζωής του, τίποτε δε χάνεται στα διπλώματα του εγκεφάλου. Δε σβήνεται απλά παραμένει ανενεργό και αχρείαστο αλλά γεμάτο πληροφορίες, μέχρι να βρεθεί ξανά η ευκαιρία, ή αναγκαιότητα ή απλά και μόνον το κουράγιο για να ανακαλεστούν.
Αυτά σκεφτόταν λοιπόν εκείνη όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε πως χωρίς να το καταλάβει τα δάχτυλά της είχαν αρχίσει από μόνα τους αυτόν το μελωδικό και ευχάριστο χορό από πλήκτρο σε πλήκτρο, γράμμα σε γράμμα, κόμμα και τελείες, αρχή και τέλος.

30 Οκτωβρίου 2007

Μια φορά και ένα καιρό... (Ιστορία)

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα παραμύθι. Αυτό το παραμύθι που λέτε παιδιά ήταν διαφορετικό. Δεν ήταν σαν τα άλλα που ξέρετε ή που έτυχε να σας έχουν διαβάσει οι μαμάδες σας. Όχι, αυτό το παραμύθι είχε ένα αγαπημένο χόμπι. Του άρεσε να κρύβεται. Από μικρό είχε μάθει να ξεγλιστρά, να το σκάει από το μυαλό αυτού που ήθελε να το εξιστορήσει, να βάζει εμπόδια στο δρόμο του, να κλείνει τις πόρτες πίσω του για να εμποδίσει να το ξαναβρούν, αν κάποιοι ανέλπιστα κατάφερναν να φτάσουν κοντά στα ίχνη του. Στη διάρκεια της μεγάλης του ζωής, γιατί πρέπει να ξέρετε παιδιά πως τα πιο πολλά παραμύθια ξεπερνούν δυο και τρεις φορές σε ηλικία τον γηραιότερο που γνωρίζετε. Πως; Αν τα παραμύθια υπήρχαν ήδη την εποχή των δεινοσαύρων με ρωτάτε; Ποιός ξέρει; Μπορεί, που είχαμε μείνει όμως; Ααα για την ηλικία του παραμυθιού μιλάγαμε. Λοιπόν που λέτε, κατά την διάρκεια την ζωής του είχε αποζητήσει κρυψώνα στα πιο απίθανα σημεία. Πως; Γιατί απίθανα; Ε με απογοητεύετε παιδιά μου, και σας είχα περάσει για οξυδερκείς. Μα στα πιθανά όλο και κάποιος θα το πετύχαινε και αυτό όπως θα ξέρατε άμα είχατε προσέξει και δε ονειρευόσασταν για πρίγκιπες και μαγεμένους βατράχους δεν ήθελε να το βρουν. Δεν ήθελε να το ξέρουν. Όχι δεν ήταν ντροπή αυτό που τον παρακινούσε. Δεν ήταν έλλειψη αυτοπεποίθησης. Ήξερε αρκετά καλά την αξία του. Ήξερε πως αν κάποιος άκουγε ή διάβαζε την ιστορία του θα χαιρόταν. Θα διασκέδαζε, θα τον έκανε να ξεχάσει τις έννοιες ή άλλες χαρές που τυχόν είχε νοιώσει νωρίτερα. Όχι δεν ήταν ότι φοβόταν μη και δεν άρεσε, αντίθετα ήταν σίγουρος πως επειδή θα άρεσε, ο άλλος δεν θα έχανε ευκαιρία να επαναλάβει την ιστορία στον πρώτο τυχόντα. Και τότε δεν θα ήταν πλέον ερώτημα το "αν", παρά το "πότε" θα γινόταν και αυτό γνωστό στο πλατύ κοινό. Στην αρχή την δημοσιότητάς του -ήξερε- θα ήταν πολύ δημοφιλές. Ο κόσμος θα το θαύμαζε, θα ξεχώριζε την ιδιαιτερότητα της ιστορίας του, θα ασχολείτο σε παρέες με το νόημα των ηρώων του, θα σκεφτόταν τον κοινωνικό περίγυρο των προσώπων, το ηθικό απόφθεγμα, γιατί να είστε σίγουροι παιδιά, αν υπήρχε κάποιο στο παραμύθι σίγουρα και αυτό θα προσπαθούσαν να αποκαλύψουν. Ήξερε πως στην αρχή όλα ωραία θα ήσαν. Τόσο ωραία ώστε να μην δυσκολευτεί και να συνηθίσει και αυτό το ίδιο στην γοητεία της δημοσιότητάς του. Να την νομίσει για δίκαιο αποτέλεσμα της ύπαρξής του, για επιβράβευση της σημαντικότητάς του. Πως; Φυσικό σας φαίνεται; Ναι φυσικό είναι, φυσικό αλλά καθόλου καλό για ένα παραμύθι. Πως; Γιατί με ρωτάτε γιατί; Τίποτε δε καταλάβατε από όσα σας είπα; Μάλλον λάθος έκανα που σας διάλεξα για να σας πω την ιστορία αυτή. Γιατί σας μαλώνω; Γιατί αν είχατε δώσει νόημα στα λόγια μου θα ξέρατε πως αν αυτό το παραμύθι που δεν ήθελε να το βρουν, που δεν ήθελε να το ξέρουν, ξαφνικά βρισκόταν στο κέντρο της δημοσιότητας θα ερχόταν αντιμέτωπο με το χειρότερο εχθρό του. Με τον ίδιο του τον εαυτό. Τι τρομερή ιδέα, ανατριχιάζω και μόνον που το σκέφτομαι. Από την μια να θέλει την ησυχία και την κρυψώνα του, από την άλλη να απολαμβάνει και να αποζητά το χειροκρότημα. Να μην τον ξεκουράζει η ηρεμία παρά η φασαρία. Να μην ησυχάζει αν δεν είναι σε υπερένταση.
Πως μπορεί ένα παραμύθι να ξεπεράσει μια τέτοια απίθανη κατάσταση; Εδώ άνθρωποι και άνθρωποι τρελαίνονται με λιγότερα, ένα παραμύθι περισσότερες ανοχές να έχει; Όχι ήταν σίγουρο, μια τέτοια κατάσταση θα ήταν θάνατος για την ψυχή του. Θα ξεθώριασαν οι λέξεις του, θα χαλάρωναν οι συνειρμοί, θα ξέφτιζε το περιεχόμενό του, θα καταντούσε ανιαρό, στην χειρότερη περίπτωση αδιάφορο. Αδιάφορο; Αυτό αδιάφορο; Όχι όλα τα κακά να του συνέβαιναν, όλα πέρα από την αδιαφορία. Τίποτε δε συχαινόταν, τίποτε δε απεχθανόταν περισσότερο από την αδιαφορία. Όχι αδιάφορο δεν ήθελε ποτέ να γίνει. Αδιάφορο και καθημερινό. Αντίθετα το είχε βάλει σκοπό να παραμένει για όλη την διάρκεια της ζωής ένα ξεχωριστό παραμύθι, ένα παραμύθι με ένα ιδιαίτερο χόμπι, ένα παραμύθι που του άρεσε να κρύβεται. Ένα παραμύθι που από μικρό είχε μάθει να ξεγλιστρά, να το σκάει από το μυαλό αυτού που ήθελε να το εξιστορήσει, να βάζει εμπόδια στο δρόμο του, να κλείνει τις πόρτες πίσω του για να εμποδίσει να το ξαναβρούν, αν κάποιοι ανέλπιστα κατάφερναν να φτάσουν κοντά στα ίχνη του...
___

Καληνύχτα

10 Σεπτεμβρίου 2007

You're Beatiful (Ιστορία)

Κοίταξε το ρολόι της. Εφτά λεπτά μετά τις οχτώ έδειχνε. Ξαφνιάστηκε. Πως είχε περάσει η ώρα, ούτε που είχε καταλάβει. Έξω άρχιζε σιγά σιγά να σουρουπώνει. "Φθινόπωρο" σκέφτηκε. Τα φύλλα στα δέντρα μπροστά από το παράθυρό της είχαν ήδη αρχίσει να κιτρινίζουν, ο ουρανός γκρίζος και κλειστός. Αστέρια ή φεγγάρι θα δυσκολεύονταν εκείνη τη νύχτα να ρίξουν μια ματιά προς το μέρος της. Πως θα περνούσε το βράδυ; Αναρωτήθηκε που είχε αφήσει το μισοδιαβασμένο αστυνομικό. Να το έψαχνε ή να άνοιγε την τηλεόραση; "Καλύτερα βιβλίο" σκέφτηκε, η τηλεόραση και τα προγράμματά της, αντί να την ψυχαγωγούν την χάζευαν. Βιβλίο λοιπόν, βιβλίο εδώ και τώρα. Σηκώθηκε, κοίταξε όπου θυμόταν ότι το είχε δει την τελευταία φορά, το βρήκε κάπου αλλού τυχαία, επέστρεψε. Στο δωμάτιο έπαιζε το στερεοφωνικό μουσική, έψαξε μια βολική θέση στο κρεβάτι της και άρχισε να διαβάζει. Θα πρέπει να επανέλαβε πέντε φορές τις πρώτες 10 γραμμές του κειμένου, μέχρι να εγκαταλήψει την προσπάθεια. Άφησε το βιβλίο αναποδογυρισμένο και ανοιχτό δίπλα της. Δεν είχε νόημα, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα δρώμενα της ιστορίας. Στο μυαλό της επέμενε η σκηνή του Μετρό όπως την περιέγραφε ο James Blunt στο τραγούδι. Οι στοίχοι της θύμισαν τον εαυτό της στον γεμάτο σταθμό τις προάλλες. Πριν λίγες μέρες που περίμενε και συζητούσε με ένα γνωστό της για πράγματα ασήμαντα, χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς ιδιαίτερο νόημα, έτσι, απλά για να περάσει ο χρόνος μέχρι να έρθει το σωστό τραίνο. Πόσο θα της άρεσε αν η παρουσία της στην αποβάθρα ήταν για κάποιο περαστικό παρόμοια πολύτιμη. Το ξανασκέφτηκε και θύμωσε με τον ίδιο της τον εαυτό. "Πάλι επιζητείς την άτυχη και ανεκπλήρωτη αγάπη;" αυτομαλώθηκε. "Πόσες ζωές έχεις για να τις χαρίζεις έτσι άδικα;" ρώτησε με αυστηρότητα στα δυνατά χωρίς να περιμένει απάντηση. "Εφτά σαν τις γάτες και άλλες τόσες, άμα τελειώσουν" αντέδρασε μια φωνή παιχνιδιάρικα μέσα της.

Σηκώθηκε, άλλαξε CD, πήρε το βιβλίο ξανά στα χέρια της και συνέχισε να διαβάζει καθήμενη στον καναπέ.

1 Σεπτεμβρίου 2007

Η Δάφνη πάει για ψώνια (Ιστορία)

"Που να είναι το ράφι του καφέ" αναρωτήθηκε η Δάφνη και κοίταξε τριγύρω της τις πινακίδες που κρέμονταν με ασημένιες αλυσίδες από το ταβάνι πάνω από τα κεφάλια των πελατών στους διαδρόμους του σουπερμάρκετ. Τσάι και κακάο ήσαν μπροστά της, ο καφές μάλλον δε θα ήταν μακρυά. "Α εκεί σε βάλανε" είπε στα δυνατά χωρίς να ασχοληθεί αν την ακούει κανείς που μιλά με τον εαυτό της ή ακόμα χειρότερα με μια συσκευασία του καφέ και προχώρησε στον επόμενο διάδρομο στα αριστερά της. Σάρωσε με την ματιά της τα διάφορα προιόντα στα ράφια. Γνωστές μάρκες, μικρές, μεγάλες συσκευασίες, αλεσμένος και μη, σε pads, διαφορετικές ποιότητες, για διαφορετικούς τρόπους παρασκευής, καφές φίλτρου, χωρίς καφεΐνη, για εσπρέσο, καπουτσίνο. "Και του πουλιού το γάλα" σκέφτηκε ενθυμούμενη μια παλιά διαφήμιση ενός ελληνικού σουπερμάρκετ "αλλά ελληνικός καφέ πουθενά, τι κρίμα". Επίτηδες είχε πάει σε εκείνο το μεγάλο μαγαζί. Είχε σκεφτεί πως μάλλον εκεί θα είχε τις μεγαλύτερες πιθανότητες να βρει τα πράγματα που ήθελε. Δεν είχε ακριβό γούστο, αλλά από ότι φαίνεται οι ορέξεις της δεν ακολουθούσαν τον συρμό. Κοίταξε την λίστα της, και κατευθύνθηκε προς το χώρο με τα ψάρια. Δυο τρεις υπάλληλοι με μπλε ποδιές, και γάντια στα χέρια τρέχαν από εδώ και από εκεί όμοια με εργατικές μέλισσες γεμίζοντας διαφανείς πλαστικές σακούλες με φρέσκο ψάρι και θαλασσινά. Το μάτι της έπεσε στα μύδια. Κοίταξε την τιμή. Δεν ήταν ακριβά. Έπαιξε με την ιδέα να τα ζητήσει, μια μακαρονάδα με μύδια ήταν ομολογουμένως μια νόστιμη ιδέα,όμως θυμήθηκε τον κανόνα που της είχε πει κάποτε ένας γνώστης. "Ποτέ με φας μύδια ένα μήνα με μ". Τι κρίμα που είχε μπει ο Σεμπτέμβρης. Έριξε άλλη μια ματιά τριγύρω της, περιεργάστηκε τα μεγάλα ψάρια, τους αστακούς που σκαρφάλωναν ο ένας τον άλλο στην διάφανη δεξαμενή τους. Όλα νόστιμα θα ήταν αν ήξερε κανείς να τα μαγειρέψει όπως το καθένα χρειαζόταν. Δεν ήταν καλή μαγείρισσα. Δεν είχε την ανάλογη υπομονή και το μεράκι που χρειάζεται προκειμένου να μετατρέψει κανείς τα διαφορετικά υλικά σε ένα "δεμένο" και αρμονικά δημιουργημένο πιάτο φαγητό. Σε ένα ψυγείο στα αριστερά της ανακάλυψε συσκευασμένα sushi. "Αυτό ναι" σκέφτηκε και πήρε μια συσκευασία με μια ποικιλία που της άρεσε. "Σήμερα θα παραμείνει η κουζίνα κρύα" είπε στον εαυτό της, κοίταξε το καροτσάκι της και το περιεχόμενό του. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο, μπορούσε να πάει να πληρώσει. Σπρώχνοντας το σχεδόν άδειο καροτσάκι μπροστά της, ένοιωσε τους μυς των ποδιών της να είναι κάπως σκληροί. "Δεν έχετε και άδικο" τους είπε λες και μιλούσε σε μικρά παιδιά που γκρινιάζουν όταν είναι κουρασμένα. Μετά τους 23 γύρους που είχε τρέξει 2 ώρες νωρίτερα αλίμονο να ήσαν τώρα ξεκούραστα. "Θα πάμε να πληρώσουμε και μετά αμέσως στο σπίτι, άλλο δεν θα σας ταλαιπωρήσω σήμερα" πρόσθεσε αψηφώντας τις αποδοκιμαστικές ματιές των άλλων πελατών του σουπερμάρκετ. Το "μη χειρότερα" μιας κυρίας που μάλλον την θεώρησε λιγουλάκι τρελή επειδή μιλούσε με τον εαυτό της, δεν κατάφερε να φτάσει ή να εισχωρήσει στα αφτιά της Δάφνης. Έτσι ήταν αυτή η κοπέλα. Άκουγε ή ένοιωθε τους μυς της, συζητούσε με τον καφέ και τους διαδρόμους ή τα ράφια ενός σουπερμάρκετ, ίσως ίσως με τις γαρίδες και τις καραβίδες αλλά αρνητικά σχόλια συνανθρώπων της δε ήταν σε θέση να δεχτεί το σώμα της. Τα αφτιά δημιουργούσαν αυτομάτως μια πανοπλία και τα μπλόκαραν. Η Δάφνη τοποθέτησε τα πράγματα τακτικά στην ζώνη του ταμείου, άκουσε τα πλιν, και πλαν που κάνει η μηχανή αναγνωρίζοντας τον εκάστοτε κωδικό και τις ανάλογες τιμές, έδωσε την κάρτα της προκαταβολικά, μάζεψε τα πράγματα ξανά στο καροτσάκι της, με μια άλλη σειρά και τάξη αυτή την φορά, και σήκωσε το κεφάλι της προς την μεριά του ταμεία όταν εκείνος της ανακοίνωσε το τελικό ποσό. Συμφώνησε χωρίς μια δεύτερη σκέψη, έδωσε τον κωδικό της κάρτας της στο μηχάνημα και χαμογέλασε θερμά στον υπάλληλο. Έμοιαζε τόσο πολύ στον φίλο της τον Νίκο που έπρεπε να αναρωτηθεί αν ονειρευόταν. Κοίταξε τον ταμεία βαθιά μέσα στα μάτια, και το βλέμμα της ήταν τόσο έντονο που αναγκάστηκε εκείνος να κατεβάσει το κεφάλι από την αμηχανία. "Τι κρίμα, δεν είσαι εκείνος" είπε νοερά χωρίς να βγάλει λέξη αυτήν την φορά. Ο Νίκος, ή μάλλον το φάντασμα του ιδανικού άνδρα που είχε δημιουργήσει εδώ και κάμποσα χρόνια στο μυαλό της, θα είχε το σθένος να αντιμετωπίσει όλη την ένταση της ματιάς της χωρίς καμιά δυσκολία αλλά ούτε θα την ανάγκαζε να κατεβάσει εκείνη το κεφάλι. Θα την αντιμετώπιζε με σοβαρότητα, θαυμασμό αλλά και σεβασμό.